The rising curtains disclose the same set as that of the first act; nothing has changed. However, now, abundant light is coming from the windows – it is morning. Phrixus can be heard singing from the left. He enters the room singing, heads toward the right mirror and stands in front of it. He wears a full-body black tracksuit with white spots, one under the other, like front buttons, from top to bottom at the sides and all around the waist like a belt.

PHRIXUS, singing this song: In the dark dwells a love blowing out life like a pale candlelight. In the air, around the candle yet, smoke smells, a warm memory sight. (While singing, he does some gymnastic exercises somewhat clumsily and occasionally touches his waist or neck, because they hurt. A short while later, the Servant enters from the right and seeing him, he, too, goes to the opposite mirror and mockingly imitates him looking at him, though, through the mirror).

Whatever you do is to your detriment! It won’t be long before the volcano erupts!
SERVANT: I want to hear the blast…see its hot lava streaming down its sides! (A short while later, Helle appears from the right and, to her amazement, sees Phrixus singing and exercising and the Servant imitating him. The Servant sees his mistress and stops).

A good day to you!
HELLE, annoyed:An off-day! (Phrixus stops) You are all trying to drive me crazy, aren’t you? I didn’t get a wink of sleep all night! Many strange things happen here and I don’t like that! You might well say that an evil spirit has set out to prove us that this building can become a first-rate psychiatric clinic!
PHRIXUS, ironically: Indeed! However, it is not an evil spirit; it is a good one!

HELLE, uncontrollably angry: I can’t believe you have the audacity to speak! You haven’t exercised for ten years and just now, you remembered your old craft, didn’t you? Or have you been training for something else? You can’t fool me, you really can’t! Yesterday, you went to Phaedra’s room and talked to her!
PHRIXUS: How can you be so sure?
HELLE: I also have my informers, you know!
PHRIXUS, somewhat amazed: Really?
SERVANT: It’s time for me to go, I think!
HELLE: No! I need you!
PHRIXUS: Would you be kind enough to tell me who spreads these baseless rumours?
HELLE: This is something you will never learn!
SERVANT: It’s time for me to go, I think!HELLE, in a loud, stern voice: I need you, I said! Understand?
HELLE, angrily: No ifs, or buts! Can’t you understand?
PHRIXUS: Hey! Tell him why you need him and let him leave so that we can talk.
HELLE, in an authoritative tone: I demand that he be present in our conversation!
PHRIXUS: And what’s the use of our having a witness to a personal conversation?
HELLE: Of the same use as a witness in a trial! To defend the view of the adverse party!
PHRIXUS, angry and secretly happy: Wrong! He is of the same use as a wall separating two rooms! It allows voices to go through it, but does not allow you to see what is happening!

SERVANT: It’s time for me to go, I think!
PHRIXUS, ironically, imitating Helle: No! I need you!
HELLE, to the Servant: So, did or didn’t he go to that room yesterday?
SERVANT: My intuition says that he did!
PHRIXUS, scoffing: Intuition! My own intuition says that you did go to her room!
SERVANT: Of course, I did! Who would bring her sheets, soap and a towel?

HELLE: I mean who went, if this is true, with a view to spending the night with her, whatever that may entail!
SERVANT: If you were at the same room with your husband yesterday, today you wouldn’t worry about the truth, at least about him!
HELLE: Guess what…I may like worrying!
SERVANT: Your father could well have gone there!
HELLE, amazed: My father? What are you talking about? Do you understand? He couldn’t move yesterday after his fall!
SERVANT: Of course! Excellent alibi ! And now, excuse me, but I have to go and wake Phaedra! As you know, she is leaving today, in a short while indeed! HELLE: leaving?
SERVANT: Yes! Isn’t it what you wanted?
HELLE, placing more emphasis on the last word: What I want is none of your business! Go!
(The Servant leaves from the left)

(translation:Maria Rigli)



πρώτο απόσπασμα

(Στη σκηνή βρίσκονται η Έλλη, ο πατέρας της - παππούς - και η κόρη της)

ΕΛΛΗ (με κάποια νοσταλγία και θυμό μαζί): Τι διαβάζετε; Ο παππούς σου, παιδί μου, ... ό,τι θυμάται χαίρεται κι ό,τι ξεχνά ρωτάει. (Ο πατέρας της Έλλης κλείνει το βιβλίο.) Τα ίδια διάβαζε και σε μένα, όταν ήμουν μικρή, πολύ μικρή, από εσένα πιο μικρή ακόμα. Μου διάβαζε αυτό κι ένα άλλο, να δεις πώς αρχίζει –από τις τόσες φορές που το έχω ακούσει, μου ’χει μείνει στο νου σχεδόν ανεξίτηλο– α, ναι, άκου: «Η αγάπη διώχνει τον φόβο αλλά κι αντίστροφα˙ ο φόβος διώχνει την αγάπη. Και όχι μόνο την αγάπη. Ο φόβος διώχνει, επίσης, τη νοημοσύνη και την καλοσύνη˙ διώχνει κάθε σκέψη για ομορφιά και αλήθεια. Το μόνο που μένει είναι... ».

ΠΑΤΕΡΑΣ και ΕΛΛΗ (μαζί συνεχίζουν): »... η βουβή απελπισία εκείνου που ξέρει ότι εκεί, στη γωνιά του δωματίου, καιροφυλακτεί η Φοβερή Παρουσία ...

ΠΑΤΕΡΑΣ (συνεχίζει ενώ η Έλλη φεύγει από τα δεξιά γελώ­ντας): »... και ότι η θύρα είναι κλειδωμένη και τα παράθυρα δείχνουν σκοτάδι, μόνο σκοτάδι, σαν να μην υπάρ­χουν. Και να! Κάποια στιγμή τον βρίσκει αυτό που ο ίδιος τρέμει. Νιώθει ένα χέρι να τον πιάνει απ’ το μανίκι...». (Σταματάει γιατί το βουβό κορίτσι τον πιάνει απ’ το μανίκι και τον τραβάει σαν να θέλει να του πει κάτι. Από τα αριστερά ακούγονται φωνές, που κάποια στιγμή σταματούν.) Έρχεται κα­νείς; (Κοιτά δεξιά κι αριστερά. Παύση.) Ναι, άκουσα κι εγώ τις φωνές τώρα! Εσύ τις ακούς καλύτερα από μένα, τις αντι­λαμβάνεσαι πιο πριν! Να, τώρα πάλι σώπασαν! (Παύση.) Αα, δεν σε ρώτησα! Πήγες, τελικά, χθες το βράδυ στο δωμάτιο της φιλοξενούμενής μας, όπως μου ’γραφες στο σημείωμα; Δεν φαντάζομαι να έκανες τέτοια ανοησία! (Το βουβό κορίτσι νεύει καταφατικά.) Α, δεν έπρεπε, δεν έπρεπε! Μήπως σου μίλησε; Τι είπε; Θα την τρόμαξες! (Μικρή παύση.) Είναι ωραία, βέβαια, γυναίκα, αλλά καμιά δεν σου παραβγαίνει σ’ ομορφιά! Και σ’ ομορφιά και σ’ εξυπνάδα, ε; (Το βουβό κορίτσι γυρίζει το πρόσωπό του προς τον καθρέφτη.) Καημένο κορίτσι! Τόσα χρόνια εδώ μέσα, δεν έχεις δει άλλους ανθρώπους! Μόνον εμένα, τον Φρίξο, την Έλλη και τ’ αδέλφια σου! (Το βουβό κορίτσι πηγαίνει κι αγκαλιάζει τον παππού του ενώ εκείνος συνεχίζει να μιλά.) Έναν ολόκληρο κόσμο, αλλά μικρόκοσμο, μια οικογένεια, μικρογραφία της κοινωνικής ζωής. Με πόσα βάσανα σας μεγαλώσαμε… το ’να μετά το άλλο… με προσοχή πολλή και με φροντίδα, σας δώσαμε όπλα για το πνεύμα και το σώμα˙ είστε τα έργα μας, κι εμείς οι δημιουρ­γοί σας θυσιάσαμε το χρόνο μας στον βωμό του μέλλοντος, στη θάλασσα των ελπίδων για να μην τσακιστείτε αύριο και γίνετε θλι­βερά ναυάγια στους σκοπέλους της ζωής, … ώσπου να έρθει του θανάτου κύμα να σας πνίξει. Κι είναι γεμάτος θαύματα ο βυθός, αλλά δεν παύει να είναι βυθός! (Μικρή παύση.) Οι γονείς σου έσπειραν παι­διά και θέρισαν αγνωμοσύνη˙ έφυγαν όλα μακριά κι έμεινες μόνο εσύ εδώ˙ γι’ αυτό σου δείχνουμε μεγάλη αγάπη, όση θα άξιζε για όλα τ’ αδέλφια σου μαζί! (Το βουβό κορίτσι γυρίζει το πρόσωπό του προς το τραπεζάκι, σκύβει και παίρνει μια δια­μαντόπετρα και την περιεργάζεται.) Λίγα χιλιόμετρα από δω, είναι η θάλασσα, ξέρεις˙ πρέπει να σε πάω μια μέρα˙ μα­κριά απ’ τον κήπο μας, μες στον κήπο του κόσμου!


Δεύτερο απόσπασμα

(Με το άνοιγμα της αυλαίας μπαίνει από τα παράθυρα  άφθονο φως- είναι πρωί. Από τ' αριστερά ακούγεται ο Φρίξος να τραγουδάει. Τραγουδώντας μπαίνει μέσα στην αίθουσα, κατευθύνεται στο δεξιό καθρέφτη και στέκεται μπροστά του. Φοράει μια ολόσωμη μαύρη φόρμα με λευκές βούλες τη μια κάτω απ' την άλλη σαν κουμπιά μπροστά, από πάνω μέχρι κάτω στα πλάγια και γύρω-γύρω στη μέση σα ζώνη.)
ΦΡΙΞΟΣ, ενώ γυμνάζεται τραγουδάει τούτο το τραγούδι: Μέσα στο σκοτάδι, μια αγάπη ζει και τη μέρα σβήνει σα χλωμό κερί. Όμως στον αέρα, γύρω απ' το κερί, ο καπνός μυρίζει, θύμηση θερμή.
(Ενώ τραγουδάει και εκτελεί κάπως αδέξια γυμναστικές ασκήσεις, κάπου-κάπου πιάνει τη μέση του η το λαιμό του επειδή τον πόνεσαν. Σε λιγάκι μπαίνει ο Υπηρέτης από τα δεξιά και βλέποντας τον, πηγαίνει κι αυτός στον απέναντι καθρέφτη και τον μιμείται κοροϊδευτικά κοιτώντας όμως μέσα απ' τον καθρέφτη.)
Όσα κάνεις είναι εις βάρος σου! Δε θ' αργήσει να εκραγεί το ηφαίστειό μου!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: θέλω ν' ακούσω τον κρότο του! Την καυτή του λάβα να δω να χύνεται! (Δεν περνά πολύ ώρα και εμφανίζεται από τα δεξιά η Έλλη, που έκπληκτη αντικρίζει το Φρίξο να τραγουδάει και να γυμνάζεται και τον Υπηρέτη να τον μιμείται. Ο Υπηρέτης βλέπει την κυρία του και σταματά.) Καλή σας μέρα!
ΕΛΛΗ, νευριασμένη: Κακή, ψυχρή κι ανάποδη! (Ο Φρίξος σταματά.) Βαλθήκατε να με τρελάνετε όλοι σας; Από χθες το βράδυ μέχρι το ξημέρωμα δεν έκλεισα μάτι! Πολλά παράξενα συμβαίνουν εδώ μέσα και δε μου αρέσουν! θα 'λεγε κανείς, ότι κάποιο καταχθόνιο πνεύμα το 'βαλε σκοπό να μας αποδείξει ότι αυτό το κτίριο μπορεί να γίνει πρώτης τάξεως ψυχιατρική κλινική!
ΦΡΙΞΟΣ, ειρωνικά: Πραγματικά! Μόνο που δεν είναι καταχθόνιο, αλλά καλό πνεύμα!
ΕΛΛΗ, με ασυγκράτητο θυμό: Έχεις την αναίδεια και μιλάς; Εσύ που έπαψες εδώ και δέκα χρόνια να γυμνάζεσαι, θυμήθηκες σήμερα την παλιά σου τέχνη; Ή μήπως αυτά είναι προετοιμασία για κάποιου άλλου είδους γυμνάσματα; Εμένα δε με ξεγελάς! Χθες πήγες στο δωμάτιο της Φαίδρας και της μίλησες!
ΦΡΙΞΟΣ: Πώς είσαι τόσο βέβαιη;
ΕΛΛΗ: Έχω και εγώ τους πληροφοριοδότες μου!
ΦΡΙΞΟΣ, με κάποια έκπληξη: Μπα;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Εγώ να πηγαίνω!
ΕΛΛΗ: Όχι! Σε χρειάζομαι!
ΦΡΙΞΟΣ: Μήπως μπορώ να μάθω ποιος είναι αυτός που διαδίδει αυτές τις ανυπόστατες φήμες;
ΕΛΛΗ: Αυτό δε θα το μάθεις ποτέ!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Εγώ να πηγαίνω!
ΕΛΛΗ, δυνατά, αυστηρά: Είπα σε χρειάζομαι! Το κατάλαβες;
ΕΛΛΗ, με Θυμό: Μα και μου! Δεν αντιλαμβάνεσαι;
ΦΡΙΞΟΣ: Ε! Πες του τι τον χρειάζεσαι να φύγει κι ύστερα συνεχίζουμε εμείς το διάλογο μας.

ΕΛΛΗ, επιτακτικά: Απαιτώ να είναι παρών στο διάλογο μας!
ΦΡΙΞΟΣ: Και σε τι θα χρησίμευε ένας μάρτυρας σε ένα διάλογο που αφορά προσωπικά μας θέματα;
ΕΛΛΗ: Ό,τι χρησιμεύει ένας μάρτυρας σε δίκη! Υπερασπίζεται τη γνώμη ενός αντίδικου!
ΦΡΙΞΟΣ, με θυμό και κρυφή χαρά: Λάθος! Χρησιμεύει ό,τι κι ένας τοίχος που χωρίζει δυο δωμάτια! Επιτρέπει να περάσουν από μέσα του οι φωνές, αλλά δεν επιτρέπει να δεις τι συμβαίνει!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Εγώ να πηγαίνω!
ΦΡΙΞΟΣ, ειρωνικά, μιμούμενος την Έλλη: Όχι! Σε χρειάζομαι!
ΕΛΛΗ, στον Υπηρέτη: Πήγε ή δεν πήγε χθες σ' εκείνο το δωμάτιο;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Η διαίσθηση μου λέει ότι πήγε!
ΦΡΙΞΟΣ, γελώντας κοροϊδευτικά: Η διαίσθηση! Και μένα η διαίσθηση μου λέει ότι πήγες (το τονίζει) εσύ στο δωμάτιο της!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Εγώ βεβαίως και πήγα! Ποιος θα της πήγαινε σεντόνια και σαπούνι και πετσέτα;
ΕΛΛΗ: Εννοώ ποιος πήγε, αν πήγε, με σκοπό να περάσει μαζί της το βράδυ, με όλα όσα μπορεί να συνεπάγεται αυτό!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Αν χθες το βράδυ ήσασταν στο ίδιο δωμάτιο με το σύζυγο σας, σήμερα δε θα είχατε την αγωνία της αλήθειας, τουλάχιστον για εκείνον!
ΕΛΛΗ: Ίσως μ' αρέσει να περνάω αγωνίες! Πού ξέρεις;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Μπορούσε κάλλιστα λοιπόν να είχε πάει ο πατέρας σας!
ΕΛΛΗ, με έκπληξη: Ο πατέρας μου; Τι λες τώρα; Το αντελήφθης; Εκείνος δε μπορούσε να κινηθεί χθες από το πέσιμο του!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Βέβαια! Καταπληκτικό άλλοθι! Και τώρα με συγχωρείτε, αλλά έχω καθήκον να πάω να ξυπνήσω τη Φαίδρα! Ως γνωστόν θ' αναχωρήσει σήμερα, σε λίγο κιόλας!

ΕΛΛΗ: θα φύγει;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Μάλιστα! Αυτό δεν επιθυμούσατε;
ΕΛΛΗ, τονίζοντας πιο πολύ την πρώτη λέξη: Πήγαινε και να μην ανακατεύεσαι στις επιθυμίες μου!
(Ο Υπηρέτης φεύγει από τα αριστερά.)
Μουσικό κομμάτι "Πολύαιγος για άλτο φλάουτο" Αναστάσιος Φιλιππακόπουλος

Download σε format mp3

Μακέτα εξώφυλλου:Μάκης Πανώριος

Additional information